επικαθίημι

ἐπικαθίημι (Α)
1. προσδίδω, προσαρμόζω κάτι
2. βάζω μέσα σε κάτι, παρεισάγω
3. επιρρίπτω κάτι σε κάποιον
4. αφήνω κάτι να πέσει
5. κατεβάζοντας κλείνω
6. κόβω ή κεντώ ξανά
7. τοποθετώ, πατώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + καθ-ίημι «ρίχνω κάτω»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ίημι — ἵημι (Α) 1. κινώ, βάζω κάτι σε κίνηση, κάνω κάτι να κινηθεί γρήγορα («ἧκα πόδας καὶ χεῑρε φέρεσθαι», Ομ. Οδ.) 2. αφήνω κάτι να πέσει κάτω (α. «κὰδ δὲ κάρητος ἧκε κόμας» άφησε τα μαλλιά να κρέμονται από το κεφάλι, Ομ. Οδ.) 3. στέλνω, αποστέλλω 4.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.